δριμυγμός
δριμυγμός, pungency
δρῑμυγμός, ὁ,
- pungency, θύμου Tz. H. 11.374.
acritud, amargura Nil.M.79.169A,
αἱ μυῖαι φεύγουσι τῷ δριμυγμῷ τοῦ θύμου
δριμυγμός, [ῑ], ὁ, Schärfe, Bitterkeit ; θυμοῦ Tzetz.