δωδεκεύς
δωδεκεύς, which held twelve cotylae
δωδεκ-εύς, έως, ὁ,
- = χοεύς which held twelve cotylae, Hsch.
χοεύς
δωδεκεύς, ὁ, Hesych. = χοεύς, = 12 κοτύλαι.
δωδεκεύς, which held twelve cotylae
χοεύς