About Report a problem

Menu

δωδεκατημόριος

δωδεκᾰτημόριος, ον,
  • = δυωδεκάμοιρος, Man. 4.167:—also δωδεκα-τήμορος, ον, PHib. 1.27.122 (iv/iii B.C.).

Saved

Recent