δῃάλωτος Save LSJ Bailly 2024 Pape δῃάλωτος, ον, contr. for δηϊάλωτος (q. v.). δῃάλωτος, v. δηϊάλωτος. δῃάλωτος, = δηϊάλωτος, Aesch. Spt. 72.