εὐσανίδωτος Save LSJ Pape εὐσᾰνίδωτος [ῐ], ον, (σανίς) gloss on εὔσελμος, Hsch. (-ότου cod.). εὐσανίδωτος, Erkl. von εὔσελμος, Schol. Od. 2.390.