Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζινίχιον
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζητητήριον
ζητητής
ζητητικός
ζητητός
ζητός
ζητουμένως
ζήτρειον
ζητρεῖον
ζητρεύω
ζητρός
ζήτω
ζήτωρ
ζήω
ζιβύνη
ζιβύνιον
ζιγγίβερ
ζιγγίβερι
ζιγγίβερις
ζίγγος
ζιγγόω
ζίγλας
ζιγνίς
ζιγνῶσαι
ζιγόω
ζιζάνιον
ζιζανιώδης
ζιζουλά
ζίζυφον
ζίκαιος
ζίλαι
ζινίχιον
ζιτᾶνα
Ζιφήνη
ζίφυιος
ζίω
ζμαράγδινος
ζμάραγδος
ζμάω
ζμέρδειν
ζμῆμα
ζμικρός
ζμιλίον
ζμινύη
ζμιρριεῖα
Ζμύρνα
ζμύρνα
ζμύρνη
ζμυρνόμελαν
ζόα
Ζόαρα
Ζόαροι
ζόη
ζοΐα
ζόμβρος
ζοός
ζορκάς
ζόρξ
Ζοροβάβελ
ζούγωνερ
ζούϊον
Ζοῦμοι
…
ζινίχιον
Save
LSJ
Pape
ζινίχιον, τό,
shoe-latchet,
Suid.
ζινίχιον
, τό,
Schuhriemen, VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}