ζορκάς Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ζορκάς, άδος, and ζόρξ, ζορκός, ἡ, v. δορκάς. ζορκάς, άδος (ἡ) ion. c. δορκάς, Hdt. 4, 192. ζορκάς -άδος, ἡ zie δορκάς. ζορκάς, άδος, ἡ, = δορκάς, Her. 4.192 ; Callim. Dian. 97.