ζωόφυτος
ζωόφυτος, giving life; zoöphyte
ζωόφῠτ-ος, ον,
- = ζώφυτος II, μέρη Plu. QConv. 2.701c.
- II ζωόφῠτον, τό, zoöphyte, S.E. P. 1.41 codd.
- 2 = ἀείζωον τὸ μέγα Ps.-Dsc. 4.88.
ζωό·φυτος, ος, ον [ῠ] c. ζώφυτος, Plut. M. 701b.