κέρκιον Save LSJ Bailly 2024 κέρκιον, τό, Dim. of κέρκος, Aq., Sm., Thd. Le. 7.3. κέρκιον, ου (τὸ) dim. de κέρκος, Symm. Lev. 7, 3 ; 8, 25.