κερκολύρα Save LSJ Bailly 2024 κερκο-λύρα [ῠ], ἡ, = κρέκουσα λύρα, Alcm. 142. κερκο·λύρα, ας (ἡ) la lyre sonore, Alcm. 104. Étym. p. *κρεκολύρα, de κρέκω, λύρα.