καρός
καρός, whit
καρός· κωφός, οἱ δὲ σκοτόδινος, Hsch. κάρουα, Lacon.,
- = κάρυα, Id.
καρός, v. κάρ 2.
καρός , defect. gen.: doubtful word, only τίω σέ μιν ἐν καρὸς αἴσῃ, ‘the value of a straw,’ ‘not a whit,’ Il. 9.378.