κασιγνητικός
κασιγνητικός, brotherly
κᾰσιγνητ-ικός, ή, όν,
- brotherly or sisterly, Eust. 775.2.
κασιγνητικός, brüderlich, geschwisterlich, Eust. zu Il. 9.567.
κασιγνητικός, brotherly