κεκηρυγμένως
κεκηρυγμένως, notoriously
κεκηρυγμένως, Adv., (κηρύσσω)
- notoriously, Poll. 6.208.
κεκηρυγμένως, durch den Herold ausgerufen ; von Poll. 6.208 verworfen.
κεκηρυγμένως, notoriously