κορυμβώδης Save LSJ Bailly 2024 κορυμβώδης, ες, v.l. for κορυμβοειδής, Dsc. 3.24. κορυμβώδης, ης, ες, semblable à une grappe ou à des grappes, Diosc. 3, 29. Étym. κόρυμβος, -ωδης.