κορυπτίλος
κορυπτίλος, one that butts with the head
κορυπτίλος [ῐ], ὁ,
- one that butts with the head, Theoc. 5.147: κυρίττολος· κορύπτης, πλήκτης, Hsch.; κορυπτόλης· κερατιστής, Id.
κορυπτίλος, ου (ὁ) [ῐ] bélier qui donne des coups de cornes, Thcr. Idyl. 5, 147, vulg. κορύττιλος.
Étym. κορύπτω.
κορυπτίλος, ὁ, der Stößige, der mit den Hörnern stößt, Theocr. 5.147, v.l. κορύττιλος.
κορυπτίλος
κορυπτίλος (ῐ), ὁ,
- one that butts with the head, Theocr.