κρέων
κρέων, v. κρείων.
κρέων, οντος (ὁ) c. κρείων, Pd. P. 8, 143, etc. ; Eschl. Suppl. 574.
κρέων, οντος, fem. κρέουσα (ΚΡΕ, vgl. κραίνω), der Herrscher ; Αἰακός, Pind. P. 8.93 ; Οὐρανός, N. 3.12 ; Ζεύς, Aesch. Suppl. 569, l.d.
κρέων
- 1royal, king Δὶ καὶ κρέοντι σὺν Αἰακῷ P. 8.99 ἄρχε δʼ οὐρανοῦ πολυνεφέλα κρέοντι, θύγατερ, δόκιμον ὕμνον i. e. to Zeus N. 3.10 βία Φώκου κρέοντος N. 5.12 ἐχρῆν δέ τινʼ ἔνδον ἄλσει παλαιτάτῳ Αἰακιδᾶν κρεόντων τὸ λοιπὸν ἔμμεναι N. 7.45
κρέων, οντος,
= the Homeric κρείων.