κύστη
κύστη, fiscella
κύστη, ἡ,
- = ἄρτος σπογγίτης, Hsch.; but, = fiscella (i. e. κίστη), Gloss.
κύστη, ἡ, nach Hesych. ἄρτος σπογγίτης. – Auch = die Harnblase, = κύστις.