κυτισηνόμος
κυτισηνόμος, eating κύτισος
κῠτῐσηνόμος, ον, (νέμομαι)
- eating κύτισος, [χελύνη] Nic. Al. 560.
κυτιση·νόμος, ος, ον [ῠῐ] qui broute du cytise, Nic. Al. 572.
Étym. κύτισος, νέμω.
κυτισηνόμος, Kytisus fressend, χελώνη, Nic. Al. 572.