λίμνησις Save LSJ Brill-Montanari λίμν-ησις, εως, ἡ, = ἀδάρκη, v.l. in Gal. 6.434. λίμνησις -εως, ἡ [λίμνη] Gal. 6.434 (v.l.), see ἀδάρκη.