λιμναστεία
λιμναστεία, irrigation works
λιμν-αστεία, ἡ,
- irrigation works, BGU 91.5 (ii A.D.).
λιμναστεία -ας, ἡ [λιμναστής ] irrigation works pBGU 91.5 (IICE).
λιμναστεία, irrigation works