Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μάμματα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαλοδροπεύς
μαλόεις
Μαλόεις
μᾶλον
μαλοπάραυος
μαλοπάρῃος
μαλός
μαλουρίς
μάλουρος
μαλοφορέω
μαλοφόρος
μαλοφύλαξ
μαλόω
Μαλχίων
Μάλχος
μάματα
Μαμέρκιοι
Μάμερκος
Μάμερσα
Μαμερτῖνος
Μαμέρτιον
Μάμερτος
μαμιρά
μάμμα
μαμμαία
Μαμμάκυθος
μαμμάκυθος
μαμμᾶν
μαμμᾶν αἰτεῖν
μαμμάριον
μάμματα
μάμμη
μαμμία
μαμμιάω
μαμμίδιον
μαμμικός
μαμμίον
μαμμόθρεπτος
μαμμοπάτωρ
μάμμος
Μαμμωνᾶ
μαμμωνυμικῶς
μαμμῷος
Μαμούριος
μαμωνᾶς
Μαμωνᾶς
μάν
Μαναήν
μανάκιν
μανάκιον
μανάκις
μανάσιος
Μανασσῆς
μἀνατραπῆναι
μαναύεται
μάνδα
μανδακηδόν
μανδάκης
μάνδαλος
μανδαλόω
μανδαλωτός
…
μάμματα
Save
LSJ
μάμματα, τά,
= βρώματα, Sch.
Pl.
Alc.
1.118e; cf.
μάματα
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}