About Report a problem

Menu

μαλοπάραυος

μαλοπάραυος, apple cheeked (μηλοπάρειος)

μᾱλοπάραυος [πᾰ], ον, Aeol. for μηλοπάρειος, Theoc. 26.1; μαλλοπάραυος· λευκοπάρειος, Hsch.:—but acc. sg. μαλοπαρούαν and μαλοπαραύαν, of a mare,
  • white and chestnut (cf. παρώας), PPetr. 2 p.115 ( = 3 pp.xviii, 159) (iii B. C.).

Saved

Recent