ξανθοκάρυον Save ξανθοκάρυον, clove LSJ Bailly 2024 ξανθο-κάρῠον [κᾰ], τό, clove, Aët. 8.29. ξανθο·κάρυον, ου (τὸ) [κᾱ] sorte de noix, Æt. 1, p. 9 b, 40.