παρεισβατικός
παρεισ-βᾰτικός, ή, όν,
- = παραβατικός, περίοδος π. πρὸς τὸ θέατρον Sch. Ar. Ach. 970.
παρεισβατικός, ή, όν, zum Eingange gehörig, Schol. Ar. Ach. 970.