πεντέβαθμος
πεντέβαθμος, of five steps
πεντέ-βαθμος, ον,
- of five steps, κλῖμαξ J. BJ 5.5.2.
πεντέ·βαθμος, ος, ον, à cinq échelons, Jos. B.J. 5, 5, 2.
Étym. π. βαθμός.
πεντέβαθμος, of five steps