πεντάσχοινος
πεντάσχοινος, five σχοῖνοι long
πεντά-σχοινος, ον,
- five σχοῖνοι long: -σχοινον, = στάδιον, Hsch.
πεντάσχοινος, fünf σχοῖνοι lang, Hesych.
πεντάσχοινος, five σχοῖνοι long