πεντεκαιδεχήμερος
πεντεκαιδεχήμερος, of fifteen days
πεντεκαι-δεχήμερος, ον,
- of fifteen days, ἀνοχαί Plb. 18.34.5.
πεντεκαιδεχ·ήμερος, ος, ον, qui dure quinze jours, Pol. 18, 17, 5.
Étym. π. ἡμέρα.
πεντεκαιδεχήμερος, fünfzehntägig, ἀνοχαί, Pol. 18.17.5.