πεντεπάλαστος
πεντε-πάλαστος, ον,
- = πενταπάλαιστος, IG 1(2).372.27, 164, 2(2).1682.12, 12(8).266 (Thasos).
πεντε·πάλαστος, mieux que πεντε·πάλαιστος, ος, ον [πᾰ] large de cinq palmes, Xén. Cyn. 9, 14 ; 10, 3 ||
➳ Dans les inscr. att. πεντεπαλάστω, πεντεπάλαστα, CIA. 1, 322 a, 21, 26, 28, 51, 77 (409 av. J.-C.) ; v. Meisterh. p. 125, 3, note 1117.
Étym. π. παλαστή.