προαποτέμνω
προαποτέμνω, cut off first
προαπο-τέμνω,
- cut off first, τὰς γλώσσας D.C. 59.10.
προ·αποτέμνω, couper auparavant, DC. 59, 10.
προαποτέμνω, (τέμνω), vorn oder vorher abschneiden, DC. 59.10.