προγαμιαῖος
προγαμιαῖος, ante-nuptial
προγᾰμ-ιαῖος, α, ον,
- ante-nuptial, δωρεά Cod.Just. 5.1.6, cf. Tz.ad Lyc. 547.
προγαμιαῖος, = προγάμιος, Tzetz. Lycophr. 546.
προγαμιαῖος, ante-nuptial