προενστατέον
προενστατέον, one must object beforehand
προεν-στᾰτέον,
- one must object beforehand, Arist. SE 176b26.
προενστατέον [ᾰ] vb. de προενίστημι, Arstt. Soph. el. 17, 19.
προενστατέον, Adj. verb. zu προενίσταμαι.