προεξίστημι Save Bailly 2024 προ·εξίστημι (seul. part. pf. intr. προεξεστηκώς, υῖα, ός) être éminent, saillant, Arstt. Physiogn. 5, 7 || ➳ Part. pf. dor. προεξεστακώς [ᾱ] Pythag.