προεξερευνητής
προεξερευνητής, an explorer sent before
προεξ-ερευνητής, contr. προὐξ-, οῦ, ὁ,
- explorer sent before, E. Rh. 296.
προεξερευνητής, dor. par contr. προὐξερευνητάς (ὁ) éclaireur (d’une armée) Eur. Rhes. 296.
Étym. προεξερευνάω.
προεξερευνητής, ὁ, der vorangeschickte Kundschafter, Eur. Rhes. 296.
προεξερευνητής
from προεξερευνάω
- an explorer sent before, Eur.