About Report a problem

Menu

προσαποβάλλω

προσαποβάλλω, to throw away besides

προσαπο-βάλλω,
  • throw away or lose besides, αὐτὰ πρὸς ταῖς δώδεκα f.l. for προσαπολεῖς in Ar. Nu. 1256; τὰ προϋπάρχοντα χρήματα καὶ τὸ πνεῦμα Plb. 33.5.4; τοὺς φίλους τοῖς χρήμασι Plu. Nic. 5; τὰ ὄντα X. Mem. 3.6.7.

Saved

Recent