προσεληναῖος Save LSJ Bailly 2024 προσελην-αῖος, Dor. -σελᾱναῖος, α, ον, = προσέληνος, Lyr.Adesp. 84.8. *προ·σεληναῖος, seul. dor. προσελαναῖος, α, ον [ᾱ] Poet. lyr. gr. t. 3, fr. ad. 84, 8 Bgk, c. le suiv.