προσεοικότως
προσεοικότως, so as to resemble
προσεοικότως, Adv.
- so as to resemble, D.Chr. 12.55.
προσεοικότως, adv. de manière à être semblable, D. Chrys. 1, 402.
Étym. προσέοικα.
προσεοικότως, natürlich, Sp.