προσεξερείδομαι
προσεξερείδομαι, to support oneself by
προσεξ-ερείδομαι, Med., aor. inf. -ερείσασθαι,
- support oneself by, ταῖς χερσί Plb. 3.55.4.
προσ·εξερείδομαι, s’appuyer fortement sur, dat. Pol. 3, 55, 4.
Étym. π. ἐξερείδω.
προσεξερείδομαι, sich worauf stützen, ταῖς χερσί, Pol. 3.55.4.
προσεξερείδομαι
- Pass. to support oneself by, ταῖς χερσί Polyb.