προσεπιδεσμέω
προσεπι-δεσμέω,
- = προσεπιδέω, Anon. Prog. 11 in Rh. 1.638 W. (Pass.), Gloss.
προσ·επιδεσμέω-ῶ, lier à, Rhét. 1, 638 W.
προσεπιδεσμέω, = προσεπιδέω (?).