προσεπιθεωρίω
προσεπι-θεωρίω,
- = προσεπιθεάομαι, τοὺς πυρετούς Hp. Coac. 204, cf. Sor. 1.108, Gal. 9.359; τὸν βίον Socr. Ep. 6.2: hence προσεπι-θεωρητέον, Longin. 9.11.