προὐξεπίσταμαι Save Bailly 2024 Pape προὐξεπίσταμαι, v. προεξεπίσταμαι. προὐξεπίσταμαι, d.i. προεξεπίσταμαι, vorher wissen, Aesch. Prom. 101, 701.