προΰπειμι
προΰπειμι, exist before
προΰπ-ειμι,
- exist before, νόσος ἀργαλεωτέρα τῆς προϋπούσης Ph. 1.282.
- II precede, προϋπόντα μόρια, προϋποῦσα εὐθεῖα, A.D. Synt. 17.22, 93.20, cf. 18.
προ·ΰπειμι, exister avant, gén. Phil. 1, 282 ; abs. Dysc. Synt. 22, 27.
προΰπειμι, (εἰμί), vorher dasein, Sp.