σάμβαλον
σάμβαλον, σαμβαλίσκος, v. σάνδαλον, σανδαλίσκος.
σάμβαλον, v. σάνδαλον.
σάμβαλον, τό, äol. statt σάνδαλον, Sappho 38 ; σάμβαλα κοῦφα βαλεῖν, Diotim. 2 (VI.267), d.i. leicht die Füße setzen.
σάμβαλον
σάμβᾰλον, ου, τό,
Aeolic for σάνδαλον, Anth.