σᾶμα
σᾶμα, τό, Dor. for σῆμα (q.v.).
σᾶμα, v. σῆμα.
σᾶμα, τό,
1) dor. statt σῆμα
2) = σάν, zw.
1) dor. statt σῆμα
2) = σάν, zw.
σᾱμα (σάματι, σᾶμα, σάμασιν.)
- a indication θεοῦ σάμασιν πιθόμενοι P. 4.199 πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις; (Scaliger: δις ἅμα codd. Dion. Hal.) Pae. 9.13 fig., πείθονται δʼ ἀοιδοὶ σάμασιν (sc. τῆς φόρμιγγος: i. e. notes) P. 1.3
- b tomb ἀρχαίῳ σάματι πὰρ Πέλοπος O. 10.24 τὸν κρύψαν ἔνερθʼ ὑπὸ γᾶν διφρηλάτα Ἀμφιτρύωνος σάματι P. 9.82 ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου παρὰ σᾶμα νέονται (πέρας ἅμα coni. Weiseler) N. 7.20 Ἀμ]φιτρύωνί τε σᾶμα χέω[ν fr. 169. 48.