σάννορος Save LSJ Bailly 2024 Pape σάννορος, = μωρός, Rhinth. 23. σάννορος, ου, adj. m. c. σάννας, Rhinthon. Étym. Hsch. σάννορος, ὁ, für σανυρός, = σάννας, Rhinth. bei Hesych.