σαξίφραγον
σαξίφραγον, saxifrage
σαξίφρᾰγον, τό,
- saxifrage, = κέστρον I.2, Gal. 6.339 (gender uncertain), Ps.-Dsc. 4.16; σαξίφραγος, ὁ or ἡ, Ps.-Gal. 19.694; cf. σαρξίφαγον.