σίραμφος
σίραμφος, cake offered to Aphrodite
σίραμφος· τὸ ῥύγχος, Hsch. σίρβηνον, τό,
- cake offered to Aphrodite, Id. σιρία· ἀσφάλεια, Λάκωνες, Id. σιρίασις, σιριάω, σίριος, v. σειρ-. σῑρῐκόν, v. σηρικός.