σισυρνοφόρος
σισυρνοφόρος, wearing a coat of skin
σῐσυρνο-φόρος, ον,
- wearing a σίσυρνα, Hdt. 7.67.
σισυρνο·φόρος, ος, ον [ῐ] c. σισυροφόρος, Hdt. 7, 67.
σισυρνοφόρος, = σισυροφόρος, Her. 7.67.
σισυρνοφόρος
from σίσυρνα, φέρω
σῐσυρνο-φόρος, ον,
- wearing a coat of skin, Hdt.