Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Σισυφεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σίσιλλος
Σισιμίθρης
Σισίννης
σίσμα
σισμός
σισόη
σισορβάκος
σίστρος
σίσυβος
σισύμβρινος
σισύμβριον
σίσυμβρον
σισύρα
σισυριγχίον
σισυρίνιον
σίσυρνα
σισυρνοδύτης
σίσυρνον
σίσυρνος
σισυρνοφόρος
σισυρνώδης
σισυροδύτης
σισυροποιός
σίσυρος
σισυροφορέω
σισυροφόρος
σισυρωτός
σίσυς
Σισύφειον
Σισύφειος
Σισυφεύς
Σισυφίδης
σισυφίζω
Σισύφιος
Σισυφίς
Σίσυφος
σίσων
σῖτα
σιταγέρτης
σιταγωγέω
σιταγωγία
σιταγωγός
σιταῖα
σιταλετικός
Σιτάλκας
σιτάλκας
Σιτάλκης
σιτανίας
σιταποδέκτης
σιταποδοχεῖον
σιταποχία
σιτάριον
σιτάρκεια
σιταρκέω
σιτάρκημα
σιτάρκησις
σιταρκία
σιταρκισμός
σιταρχέω
σιτάρχημα
σιτάρχης
…
Σισυφεύς
Save
Bailly 2024
Σισυφεύς,
έως
(
ὁ
) [
ῑῠ
] Sisyphée,
c. à d.
fourbe,
Lyc.
980
.
Étym.
Σίσυφος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}