στατηριαῖος
στατηριαῖος, worth a στατήρ
στᾰτηρ-ιαῖος, α, ον,
- worth a στατήρ, Theopomp.Com. 21, PTeb. 406.15 (iii A.D.); weighing a στατήρ, IG 2(2).1184.14 (iv B.C.).
στατηριαῖος, α, ον [ᾰ] de la valeur d’un statère, Thpp. com. 2, 800.
Étym. στατήρ.
στατηριαῖος, vom Wert eines στατήρ, richtigere Form für στατηρίδιος, Theopomp. bei Poll. 9.59.