συναπίσταμαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape συναπίσταμαι, Ion. for συναφίσταμαι (q.v.). συν·απίσταμαι, v. συναφίσταμαι. συναπίσταμαι Ion. voor συναφίσταμαι. συναπίσταμαι, ionisch statt συναφίσταμαι, Her.